top of page

ΠΡΟΒΟΛΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΙΔΟΥΣ

Είμαστε με την πρώην μου, σε ένα πάρκο-μονοπάτι στη Καλλιθέα.

Ανοιχτός χώρος, που περνάνε οδοιπορικά άνθρωποι σωρό –ζευγάρια, παιδιά, γέροι-, όπως και ποδηλάτες. Κάπου μεταξύ οκτώ με εννιά το βράδυ. Περπατάμε και εμείς, σε αυτό το πανέμορφο μονοπάτι, με τα λουλούδια της φύσης, τα παιχνίδια και τα παγκάκια. Που περιβάλλεται από πανέμορφα δέντρα και φυτά, με το καφέ και το πράσινο της φύσης να μας ηρεμεί και να μας χαλαρώνει, πράγμα που αποδεικνύει ότι ο Θεός κατέχει από Feng shui. Σε μια φάση, κοντοστεκόμαστε σε ένα παγκάκι που δεν υπήρχε και πολλής κόσμος τριγύρω.

Πέφτει φάσωμα. Πέφτει άγριο φάσωμα. Χουφτώματα. Αγγίγματα. Ανάσες. Δαγκώματα χειλιών. Κι άλλα αγγίγματα. Και γλείψιμο στο λαιμό. Και ξεκούμπωμα σουτιέν. Και... ΗΣΥΧΙΑ!

(Άει γαμήσου, καύλωσα βραδιάτικα...)


Αρχίζουμε να πηδιόμαστε στο παγκάκι, δείχνοντας πως δε μας νοιάζει από τίποτα και για κανένα τυχαίο που θα περνούσε και θα μας έβλεπε.

Αν και –τώρα που το σκέφτομαι- ίσως αυτό ήταν που μας εξίταρε…


Σε μια φάση το παγκάκι δε μπορούσε να αποτελέσει βολική τοποθεσία σεξουαλικής συνευρέσεως, μιας και η στάση που καθόμουν ήταν πιο βασανιστική και από τη στάση στην Πατησίων που περιμένεις να περάσει το 500, τρεις η ώρα το πρωί.

Τι να ‘κανα κι εγώ, πρότεινα μια ιδέα –απολύτως φυσιολογική, σαν στο σπίτι μας ήμασταν εξάλλου-, να ξαπλώσουμε στο μονοπάτι χάμω και να το γυρίσουμε σε ξεκούραστο, ασφαλές και κυρίως -οπτικά και σωματικά- ικανοποιητικό, ιεραποστολικό.

Τι κι αν περνούσαν από δίπλα μας άνθρωποι ενώ περπατάγανε. Τι κι αν η Μαρία ξάπλωνε σε επιφάνεια που περπατάγανε διαφόρων ειδών μικρά επικίνδυνα και αηδιαστικά έντομα.

Μέχρι που τελειώσαμε...


Εγώ σηκώθηκα, παίρνοντας ένα χαρτομάντηλο για να πάρω από πάνω μου τα απομεινάρια του φιλόδοξου διαδόχου μου και η Μαρία την άραξε.

Έτσι. Χάμω. Με τα σκέλια ανοιχτά. Και το μουνί φάτσα φόρα.


Κι όσο προσπαθούσα να σκουπιστώ, βλέποντας τη Μαρία να αράζει έτσι, γίνεται το αναπάντεχο…

Ένα αθώο και ανυποψίαστο παιδί, κάπου δεκάξι χρονών, περνούσε το κακόμοιρο με το ποδήλατο του απ’ το μονοπάτι. Έτσι, για να κάνει λίγη γυμναστική ίσως, να χαλαρώσει ίσως, να αναπνεύσει λίγο καθαρότερο οξυγόνο απ’ της Πανεπιστημίου. Και εκεί που περνούσε πάνω από τη Μαρία με τα ανοιχτά και γυμνά σκέλια, του κόπηκαν τα γέλια, πάλι καλά να λέτε που δεν κάρφωσε να τον χάναμε, νέο παιδί.


Το πρόσωπο του είχε φρικάρει. Σοκαρίστηκε και γούρλωσε τα μάτια του. Έχασε τον έλεγχο του ποδηλάτου για λίγο, οδήγησε καμιά δεκαπενταριά μέτρα σαν μεθυσμένος και μετά σταθεροποίησε και μείωσε ταχύτητα.

Δε ξέρω τι ακολούθησε. Πως είναι τώρα, εκείνο το παιδί. Μακάρι να’ ναι καλά και να ξεπέρασε το σοκ του εύκολα και γρήγορα, με δυο –πάντα αποτελεσματικές- δυνατές και γερές μαλακίες.

Εγώ στην ηλικία του έριχνα τρεις.

bottom of page